ΑΠ 29/2018 Πηγή : https://www.areiospagos.gr/ Αριθμός Απόφασης : 29
'Ετος : 2018 Δικαστήριο : Άρειος Πάγος
Αριθμός 29/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Α. Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Δ. Σ. του Δ., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ανδρέα Τζαβέλλα, 2.Π. συζ. Δ. Σ., το γένος Β. Γ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ανδρέα Τζαβέλλα, 3.Α. συζ. Δ. Σ., το γένος Δ. Σ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Δ. Σ. του Δ., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Τζαβέλλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 31-10-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: ..., νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Φίλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 52/2014 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-1-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 23-10-2017 έκθεσή του με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 966 του Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται κατ’ άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το εάν κάποιο πράγμα φέρει την ιδιότητα του εκτός συναλλαγής ή του κοινοχρήστου, πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών. Στην κατηγορία, επομένως, των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών, περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους ναοί ακόμη και οι ιδιόκτητοι (άρθρα 45 παρ 1 του ν. 590/1977 ‘ ‘ Περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος’ ‘ , 1 του προϊσχύσαντος α.ν. 2200/1940) καθώς και τα παραρτήματά τους, εφόσον έχουν εγκαινιαστεί και καθιερωθεί στη λατρεία του Θεού, σύμφωνα με τους Θείους και Ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εξάλλου, πράγμα καθίσταται εκτός συναλλαγής και προορισμένο για την εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού με δικαιοπραξία εν ζωή αποκλειόμενης επ’ αυτών κάθε δικαιοπραξίας του κυρίου, εφόσον αυτή αντίκειται στον εξυπηρετούμενο πιο πάνω σκοπό (θρησκευτικό), αν ο κύριος αυτού την προς απαλλοτρίωση ικανότητα κεκτημένος αφορίσει αυτό (παράσχει ως δώρο) όχι με μονομερή δικαιοπραξία αλλά με σύμβαση, η οποία κατά τα άρθρα 369, 1033, 1192 παρ. 1 και 1198 ΑΚ πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο ακολούθως θα μεταγραφεί. Κατά συνέπεια, ιδιόκτητος ναός καθίσταται πράγμα εκτός συναλλαγής, αν ο κύριός του τον δωρίσει στην Εκκλησία ή σε άλλο νομικό πρόσωπο με τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις, του νόμου δε μη διακρίνοντος, εκτός συναλλαγής θεωρείται όχι μόνο το οικοδόμημα αλλά και το ακίνητο επί του οποίου κείται ο ιερός ναός, αφού εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του α.ν. 2200/1940, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, οι ναοί διακρίνοντο σε α) ενοριακούς, στους οποίους υπάγονται τα παρεκκλήσια και εξωκλήσια αυτών, β) συναδελφικούς ή κτητορικούς ή ιδιόκτητους, γ) φιλανθρωπικών, εκπαιδευτικών και λοιπών κοινωφελών ιδρυμάτων και νομικών προσώπων και δ) κοιμητηρίων. Την ίδια δε διαίρεση των ναών και ενοριών, καθιέρωσαν ο υπ’ αριθμ. 2 Κανονισμός της 18/20 Απριλίου 1969, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 32 § 2 ν. δ/τος 29/69, και ο υπ’ αριθμ. 8/1979 Κανονισμός "περί ιερών ναών και ενοριών", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1§4, 36, 37§8, 51§2 εδ. δ’ του Ν. 590/1977 "Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος". Από τις παραπάνω διατάξεις, που διέπουν το νομικό καθεστώς των ιερών ναών, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) ότι ναι μεν αναγνωρίζεται από τους Κανόνες της εκκλησίας και τις αντίστοιχου περιεχομένου νομοθετικές διατάξεις η δυνατότητα κτήσεως ιδιόκτητου ναού, όμως προϋπόθεση για να έχει αυτός το χαρακτήρα τούτο είναι να έχει ανεγερθεί επί ιδιόκτητου εδάφους του κτήτορα για να εξασφαλισθεί το αδιατάρακτο της λειτουργίας του, οπότε και παρέχεται το δικαίωμα σε ορισμένα πρόσωπα να χρησιμοποιούν αυτούς για τις θρησκευτικές ανάγκες των ίδιων και της οικογένειάς τους, ο δε περιορισμός της θεραπείας των θρησκευτικών αναγκών του ιδιοκτήτη και της οικογένειας του καθιερώθηκε για πρώτη φορά με το άρθρο 5 του ν. δ/τος της 27- 28/12/1923 "περί ενοριακών ναών", 2) ότι τα παρεκκλήσια και εξωκλήσια, τόσο βάσει του πιο πάνω ν. δ/τος, αλλά και κατά τις διατάξεις των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω α.ν. 2200/1940 (άρθρο 1) και υπ’ αριθμ. 8/1979 (άρθρο 1) Κανονισμού, ανήκουν κατά κυριότητα, διαχείριση και διοίκηση στον ενοριακό ναό, της ίδιας δε νομικής μεταχείρισης τυγχάνουν αυτά ως προς τη διαχείριση και διοίκηση βάσει των μεταγενεστέρων νόμων, γι’ αυτό και η κατηγορία των περί ου ο λόγος ναών ανήκουν στα εκτός συναλλαγής πράγματα, αφού εκ της φύσεώς τους είναι ταγμένα προς εξυπηρέτηση του ενοριακού ναού και 3) ότι προκειμένου περί ιδρύσεως ιερού ναού, για να τύχει αυτός αυτοτελούς προστασίας, πρέπει να υπαχθεί σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες, χωρίς να είναι δυνατόν η ιδιωτική βούληση να δημιουργήσει ιδιαίτερη κατηγορία ναών, η οποία προστατεύεται από το νόμο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ. Α.Π. 7/2006). Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ. Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 12-13/1995, Ολ. Α.Π. 24/1992). Όμως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 304/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Έτσι, κατά τις διατάξεις των ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), Κωδ. (7.31), Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53) και τις αντίστοιχες με αυτές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο μεν τρόπο, με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτότυπα δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 (Βασ. 50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, αν νεμηθεί αυτό συνέχεια επί μία τριακονταετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου (ν. 27, Πανδ. (18.1.), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 2 παρ. 4 και 7, 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ. 1 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ αρκεί η για μία εικοσαετία νομή με διάνοια κυρίου (Ολ. ΑΠ 1593/1979). Τέλος, για την ίδρυση λόγου αναίρεσης πρέπει η επικαλούμενη στην αίτηση αναίρεσης πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανόμενων αιτιολογιών αυτής (Α.Π. 1008/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ’ αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο επίδικος ναός της ..., που βρίσκεται στη θέση "..." της ... και συνορεύει, όπως περιγράφεται στην υπό κρίση αγωγή και εμφαίνεται στο σκαρίφημα αυτής, ανατολικά επί πλευράς μήκους 5, 45 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων, δυτικά επί πλευράς μήκους 5, 45 μέτρων με αυλότοπο αυτού, βόρεια επί πλευράς μήκους 6, 45 μέτρων με παλαιό καλντερίμι και νότια επί πλευράς μήκους 6, 45 μέτρων με ιδιοκτησία Δ. Φ. Ι. και Ν. Ι., ο επίδικος αυλότοπος αυτού αποτελείται από δυο τμήματα, το νότιο και το βόρειο, δια μέσου των οποίων διέρχεται παλαιό καλντερίμι. Το νότιο τμήμα του αυλότοπου είναι τριγωνικού σχήματος έχει έκταση 20, 00 τ.μ. περίπου και οριοθετείται ανατολικά επί πλευράς μήκους 5, 45 μέτρων με επίδικο ναό, βόρεια επί πλευράς μήκους 7, 80 μέτρων με παλαιό καλντερίμι και νότια επί πλευράς μήκους 6, 00 μέτρων, με ιδιοκτησία Δ. Φ.-Ι. και Ν. Ι. Το βόρειο τμήμα του αυλότοπου είναι τραπεζοειδούς σχήματος, έχει έκταση 35, 00 τμ περίπου και οριοθετείται νότια επί πλευράς μήκους 8,50 μέτρων με παλαιό καλντερίμι, δυτικά επί πλευράς μήκους 6, 80 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων, βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 2, 00 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων και βόρεια επί πλευράς μήκους 5, 00 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων. Ο επίδικος ναός της ... υπήρχε κατά την περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1715) έχοντας καταγραφεί από τον Ε. Γ. Φ. Γ., ο οποίος περί τα μέσα του 17ου αιώνος κατέγραψε την εκκλησιαστική περιουσία στην Πελοπόννησο, η οποία καταγραφή σώζεται στο κρατικό αρχείο Ενετίας στο φάκελλο (busta) ... της αρχειακής συλλογής, η οποία φέρει τον τίτλο "...", σύμφωνα και με το σύγγραμμα του Κ. Ν., για το οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όμως, το βιβλίο αυτό είναι σύγγραμμα που έχει καταγράψει ολόκληρη την εκκλησιαστική περιουσία της Πελοποννήσου, είναι ένα ιστορικό αρχείο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και μάλιστα αποτελεί μία σημαντική πηγή πληροφοριών. Ο Ε. Γ. Φ. Γ., ζήτησε από τον μητροπολίτη ... Α. να του αναφέρει πόσους ναούς έχει στην μητρόπολή του και ο τελευταίος ανέφερε κατά το έτος 1689 ότι ήδη υπήρχε η "εκκλησία του Σωτήρος Χριστού εις την Σ. σιμά, εις του Κ. τα οσπήτηα και δεν έχει τίποτες αφιέρωμα, αλλά και ότι έκτισε την εκκλησία εις τους Κ. του Τούρκου τα σπήτια, εις το όνομα της Αγίας Τριάδος". Συγκεκριμένα, στο άνω βιβλίο διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "εις τους "αχπθ" της ενσάρκου οικονομίας. Ιανουαρίου 9. Εις τους αχπθ Μαίου γ ήλθον ιθ εντιμώτατοι σύντυχοι και καταστιχαδόροι, ο Δ. Γ. και Μ. Μ., εις την Αρκαδία, τον αυτόν μήνα έσωσαν του πανιερώτατου μητροπολίτου ... κυρίου Α., τα σπήτια του Κ., με όλη την περιοχήν τους, δια να κάθεται, έδωσαν και εις το ζευγολατίον, των Αρμένιων τεσσάρων ζευγαριών χωράφια και τα σπήτια εις το ίδιον τόπον και αμπέλη αξηναρίων 30 και από του Μ. Τ. του Ν., ελαιόφυτα διακοσίαις πενήντα και εις την Καρήτενα εις Παναγίαν εις το ..., έδωσαν ένα αμπέλη τούρκικο του Κ., αξηναρίων 25 και εις τους αχηγ έδωσε πάλιν ο υψηλώτατος αυθέντης .... Κ. Μ. Μ., το επίλοιπον των Αρμενίων, καθώς γράφη το χαρτή του, να δίδη μόνο την δεκετείαν και από του Ν. ταις ελαίς έδωσεν ακόμη ευδομήντα ρίζες. Έδωσεν ακόμη θέλημα και γράμμα και έκτισεν ό άνωθεν ... κύριος Α. εκκλησίαν εις του Κ. του Τούρκου τα σπήτια, εις όνομα της Αγίας Τριάδος και η έξοδος εγίνη από την ελεημοσύνη των χριστιανών, να δίδη τον κάθε χρόνο του κατά καιρόν ..., δυο λύτρες κερή, χάριν υποταγής, άλλο τύποτες αφιέρωμα δεν έχη. Έχει και δικά του ο άνωθεν ..., ένα σπήτη εις την ... και άλλο εις την Καρύτενα (φ. 207ν) και ένα χωράφη όπου το έδωσεν η Φ. και εις τους αχη του έδωσαν οι άνωθεν συντύχοι και καταστιχαδόροι, τα σπήτια όπου κάθεται εις την Καρύτενα δια χρόνους δέκα. Αρκαδία. Αρχής, η εκκλησία τους Σωτήρος Χριστού εις στην Σ. σιμά εις του Κ. τα οσπήτηα, και δεν έχη τίποτες αφιέρωμα. Εις τον ... είναι εκκλησία της Παναγίας Κοιμήσεως.. Εξωμερία από την χώρα είναι ο Άγιος Δημήτριος εις την ... τον ανακαίνισαν, οι χριστιανοί. Απάνω μερέα εις του Γ. είναι η Παναγία και την έκτισεν ο Κ. Λ. και έχει εις την περιοχή της, αμουρές, ρίζες 20 σικές ..........Απάνω μεριά είναι η εκκλησία του Σωτήρος Χριστού, εις το πλευρόν είναι η Παναγία. Απάνω εις την Ράχην ο Άγιος Γεώργιος θολικός, παραπάνω ο Άγιος Θεόδωρος......". Εξάλλου, ο Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Άνω Πόλη Κυπαρισσίας, επαρχίας Τριφυλίας, Νομού Μεσσηνίας, έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με ζώνη προστασίας 10 μέτρων γύρω του. Πρόκειται για μικρό μονόχωρο δρομικό κτίσμα με δίμιτο κτίσμα με δίρυχτη στέγη, χωρίς εμφανή εξωτερικά κόγχη ιερού. Η θύρα εισόδου ανοίγεται στη δυτική όψη του ναού. Ο ναός που είναι επιχρισμένος εξωτερικά και εσωτερικά, έφερε αρχικά τοιχογραφίες στην κόγχη, οι οποίες ανάγονται πιθανότατα στα τέλη του 18ου ή στις αρχές του 19ου αιώνα (Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/ Φ30/7899/226/4-7-1997, ΦΕΚ 700/Β719-8-1997). Τούτο άλλωστε, ότι δηλαδή πρόκειται για ιστορικό διατηρητέο μνημείο, δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους. Το 1689 λοιπόν ο Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος είχε ήδη καθιερωθεί στην θεία λατρεία σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας και είχε καταστεί πράγμα εκτός συναλλαγής. Δηλαδή ο Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος υπήρχε από τότε, πριν από το 1689, και ήδη από τότε είχε εγκαινιασθεί και είχε καθιερωθεί στην θεία λατρεία σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας και είχε καταστεί πράγμα εκτός συναλλαγής. Εφ’ όσον λοιπόν το ένδικο ακίνητο ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής, κάθε δικαιοπραξία με αντικείμενο αυτό είναι σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ άκυρη. Δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα επ’ αυτού ούτε να αποτελέσει αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής (ΑΠ 195/1980 ΝοΒ 1980. 1479). Έτσι, το ένδικο ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στην ιδιωτική κτήση της δικαιοπάροχου των εναγομένων και φυσικά ούτε και σ’ αυτούς παράγωγα με την επικαλούμενη κληρονομική διαδοχή ως αντιτιθέμενη στον δημοσιολογικό σκοπό του. Οι εναγόμενοι επικαλούνται ότι ο δεύτερος τούτων, Δ. Σ., και η τέταρτη τούτων, Α. συζ. Δ. Σ., απέκτησαν την συγκυριότητα κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς μαζί με τον ήδη αποβιώσαντα πατέρα τους Δ. Σ., πρώτο τούτων, που απέκτησε την συγκυριότητα κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού της ... στη θέση ..., συνολικής εκτάσεως 1.418,39 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνονται ερειπωμένα κτίσματα, καθώς επίσης και ο επίδικος ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και ο επίδικος αυλότοπός του, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2006 πράξεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Ε. Σ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυπαρισσίας στον τόμο … και με αριθμό …, από τη μητέρα τους και σύζυγο αντίστοιχα Α. συζ. Δ. Σ., το γένος Γ. και Μ. Ι., η οποία απεβίωσε στις 14.4.1982 χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ο Δ. Σ. (πρώτος των εναγομένων) απεβίωσε στις 25-10-2010 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατ’ ισομοιρία από τα τέκνα του, δεύτερο και τέταρτη των εναγομένων, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους με την υπ’ αριθ. .../2011 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Ε. Σ., νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυπαρισσίας στον τόμο …και με αριθμό…, οπότε ισχυρίζονται ότι τυγχάνουν πλέον συγκύριοι οι δεύτερος και τέταρτη των εναγομένων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς του ανωτέρω οικοπέδου, στο οποίο περιλαμβάνονται ο επίδικος ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και ο επίδικος αυλότοπός του, άλλως τα έχουν αποκτήσει με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι έχοντας τον ως άνω νόμιμο τίτλο (προαναφερθείσα υπ’ αρ. .../2006 πράξη αποδοχής κληρονομίας) νέμονται τα επίδικα με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων παραπάνω από είκοσι έτη, προσμετρουμένου στον χρόνο της δικής τους νομής και εκείνης των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους. Η δικαιοπάροχος του ήδη αποβιώσαντος πρώτου των εναγομένων, του δεύτερου και της τέταρτης των εναγομένων, Α. συζ. Δ. Σ., θυγ. Γ. και Μ. Ι., ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι είχε αποκτήσει το προαναφερόμενο ακίνητο, επιφανείας 1.418,30 τ.μ., μετά του επίδικου ναού και των επίδικων αυλοτόπων του με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι της είχε μεταβιβασθεί από τη μητέρα της, Μ. συζ. Γ. Ι., με άτυπη προίκα ήδη από το έτος 1950 και έκτοτε το κατείχε με διάνοια κυρίας αδιάλειπτα μέχρι το θάνατό της. Η απώτερη δικαιοπάροχός τους Μ. Ι. είχε αποκτήσει το ανωτέρω ακίνητο με αγορά από τους Κ. Λ., Ν. Λ. και Α. Λ. δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Λ. Ρ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυπαρισσίας στον τόμο… και με αριθμό ..., στο οποίο περιγράφεται ως "...οικίαν ανώγειον επάνω πατώματος δωματίων τεσσάρων και ενός μαγειρίου, κάτω πατώματος δυο δωματίων και μίας αποθήκης μετά προαυλίου αυτής και μετά του εν αυτώ ναϊδρίου τιμωμένου εις μνήμη της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και μετ’ έτερου οικίσκου και κήπου κειμένων απάντων εντός της πόλεως Κυπαρισσίας του ομωνύμου Δήμου κατά την συνοικίαν Αγίας Τριάδος εκτάσεως δύο ως έγγιστα στρεμμάτων ή όσων είναι, συνορευόμενη αύτη ανατολικώς με οδόν και κληρονόμους Η. Π., δυτικώς με περιοχήν Αγίας Τριάδος, αρκτικώς με οικία Χ. Τ. ..., μεσημβρινώς με οικίαν πρώην Α. Τ., ήδη κληρονόμων Α. Α....", άλλως με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι έχοντας τον ως άνω νόμιμο τίτλο το νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίας από το έτος 1910 μέχρι το έτος 1950, οπότε το μεταβίβασε κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στη μητέρα των δεύτερου και τέταρτης των εναγομένων. Στους δικαιοπαρόχους της Μ. Ι., γιαγιάς των δεύτερου και τέταρτης των εναγομένων, Κ. Λ., Ν. Λ. και Α. Λ., οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατρός τους Γ. Λ., που απεβίωσε τον Σεπτέμβριο 1909 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτούς, στον δε Γ. Λ. είχε περιέλθει εν μέρει από κληρονομιά του πατέρα του και εν μέρει με αγορά από τον αδελφό του Τ. Λ. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1886 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Σ. Κ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυπαρισσίας στον ... και με αριθμό ..., άλλως οι άνω δικαιοπάροχοι της Μ. Ι. και ο Γ. Λ. απέκτησαν το επίδικο ακίνητο με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, προσμετρουμένου στον χρόνο της νομής τους και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι το ενέμοντο με διάνοια κυρίων και καλή πίστη τουλάχιστον πριν από τον 19° αιώνα. Παρά ταύτα, ούτε οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων και φυσικά ούτε και οι ίδιοι οι εναγόμενοι κατέστησαν κύριοι του επίδικου ναού, διότι ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ. Έλαβε δε την ιδιότητα αυτή, διότι ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος με την καθιέρωσή του κατά το τυπικό της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τη θέση του ήδη πριν από το 1689 στην κοινή λατρεία επιτελούσε λατρευτικό σκοπό. Σύμφωνα δε με το άρθρο 966 ΑΚ τα πράγματα, τα οποία είναι προορισμένα για εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών, είναι εκτός συναλλαγής. Τέτοια είναι οι ιερές μονές και τα μετόχια τους, οι κάθε είδους ναοί και τα νεκροταφεία (βλ. Παππά σε Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, άρθρο 966 αριθ. 65, 66, 69). Εξακολούθησε δε να έχει την ιδιότητα αυτή κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεώς του στην άμεση και απώτερη δικαιοπάροχο του δεύτερου και τέταρτης των εναγομένων, αφού προϋπήρχε των μεταβιβάσεων αυτών και είχε ήδη εγκαινιασθεί κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων αυτών και είχε αφιερωθεί στην κοινή λατρεία του Θεού κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, και εξακολουθεί να τον έχει και σήμερα. Περαιτέρω, έχει χαρακτηρισθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με ζώνη προστασίας 10 μέτρων γύρω του την υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/7899/226/4-7-1997 απόφαση του υπουργού Πολιτισμού (ΦΕΚ 700/Β719-8-1997), όπως προαναφέρθηκε. Εφ’ όσον λοιπόν ο ένδικος ναός ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής κάθε δικαιοπραξία με αντικείμενο αυτόν είναι σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ άκυρη. Δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα επ’ αυτού, ούτε να αποτελέσει αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής (ΑΠ 195/1980 ΝοΒ 1980. 1479). Έτσι, ο ένδικος ναός ουδέποτε περιήλθε στην ιδιωτική κτήση των δικαιοπαρόχων του δεύτερου και της τέταρτης των εναγομένων και φυσικά ούτε και σ’ αυτούς παράγωγα με την επικαλούμενη κληρονομική διαδοχή, καθώς δεν καθίσταται αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής κατά τις διατάξεις του Αστικού Κωδικός (άρθρ. 1710 αυτού) ως εκφυγόν της περιουσίας του κληρονομουμένου κατά τον χρόνο του θανάτου του και προκριθέν σε εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού. Τέλος, ούτε με πρωτότυπο τρόπο και δη με χρησικτησία μπορούσαν οι δεύτερος και τέταρτη των εναγομένων να αποκτήσουν κυριότητα στον επίδικο ναό, αφού αυτός ως ‘ ‘ εκτός συναλλαγής’ ‘ πράγμα ήταν ανεπίδεκτος χρησικτησίας (άρθρο 1054 ΑΚ). Άλλωστε ναι μεν στο υπ’ αριθμ. .../1910 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Λ. Ρ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, αναφέρεται για πρώτη φορά ο επίδικος ναός και περιγράφεται το μεταβιβασθεν ακίνητο "...μετά του εν αυτώ ναϊδρίου τιμωμένου εις μνήμη της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος...", όχι όμως και στους τίτλους ιδιοκτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων και συγκεκριμένα στο αρχικό συμβόλαιο υπ’ αριθμ. .../1886 του συμβολαιογράφου Πειραιά Σ. Κ. δεν μνημονεύεται καθόλου ο επίδικος ναός, όπως αποδεικνύεται από το απόσπασμα του συμβολαίου αυτού από το βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυπαρισσίας, που έχει μεταγραφεί στον ... και με αριθμό ... και επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, ούτε αναφέρεται σε αυτό ή σε κάποιον από τους τίτλους, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, ότι ανεγέρθηκε ο επίδικος ναός από κάποιον από τους δικαιοπαρόχους τους, ούτε οι εναγόμενοι επικαλούνται κάτι τέτοιο, και συνεπώς δεν απέκτησαν οι δεύτερος και τέταρτη των εναγομένων δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ναού είτε με την ανέγερσή του από αυτούς σε οικόπεδο της ιδιοκτησίας τους με δικές τους δαπάνες είτε με την καθολική ή ειδική διαδοχή επί προϋφισταμένου όμοιου δικαιώματος (βλ. και κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως που είπε ότι "...Η Εκκλησία υπήρχε, όταν αγοράσθηκε το σπίτι και περιγράφεται στα συμβόλαια στην ιδιοκτησία Μ. Ι...."), και ως εκ τούτου ο επίδικος Ιερός Ναός δεν αποτέλεσε ιδιωτικό ναό, ούτε οι δεύτερος και τέταρτη των εναγομένων απέκτησαν την κυριότητα επ’ αυτού, ούτε με τον άνω επικαλούμενο παράγωγο τρόπο, ούτε με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ενστάσεώς τους ιδίας κυριότητας. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο επίδικος Ιερός Ναός είχε αφιερωθεί στην κοινή λατρεία πριν από την μεταβίβαση του ανωτέρω ακινήτου σ’ αυτούς, είναι πράγμα εκτός συναλλαγής και δεν χρησιδεσπόζεται. Ο Ιερός Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος υπήρχε πριν από το 1689 και δεν κτίσθηκε από τους προγόνους και τους δικαιοπαρόχους του δεύτερου και τέταρτης των εναγομένων, πράγμα άλλωστε που ούτε και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, και πριν από το 1689 είχε εγκαινιασθεί, είχε τεθεί στην κοινή λατρεία και καθιερωθεί στην θεία λατρεία σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας και είχε καταστεί πράγμα εκτός συναλλαγής. Την άποψη αυτή αποδέχεται και ο εξετασθείς στο ακροατήριο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ενάγοντος Ιερού Ναού, ο οποίος αναφέρει ότι ο ναός ήταν για κοινή χρήση και τελούνταν στον Ι. Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ανενόχλητα στις 6 Αυγούστου κάθε χρόνο η θρησκευτική πανήγυρη του Σωτήρος και ευκαιριακά άλλες θρησκευτικές τελετές και μυστήρια και ότι ο ενάγων έπαιρνε τις εισπράξεις από τον επίδικο ναό, και ο οποίος συνέταξε το υπ’ αριθμ. 1/22.7.1965 πρωτόκολλο παραλαβής-παραδόσεως του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος, όταν τοποθετήθηκε εφημέριος του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδος, και στο οποίο καταγράφεται και ο επίδικος ναός της ..., και συγκεκριμένα κατέθεσε "Είμαι Ιερέας στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας Κυπαρισσίας από το έτος 1965, όπου πάντα έκανα λειτουργία από τότε και στο εκκλησάκι του Σωτήρος στη γιορτή 6 Αυγούστου κάθε χρόνο. Επίσης στο μικρό εκκλησάκι έχω κάνει γάμους, βαπτίσεις και ιδιωτικές λειτουργίες, που αφορούσαν κατοίκους της Κυπαρισσίας. Από το έτος 1910 έχω το βιβλίο Ταμείου που αναφέρει ο Πρόεδρος και εισπράξεις από το μικρό Ναό του Σωτήρος. Εγώ από το έτος 1965 μέχρι και πρότινος λειτουργούσα χωρίς να ενοχληθώ ποτέ από την οικογένεια Σ.. Ο χώρος δεν ήταν θωρακισμένος. Ο Ναός ανακαινίσθηκε το 1967 και έβαλα σιδερένιες πόρτες αντί για τις ξύλινες που υπήρχαν, για να μην ενοχλείται ο περίβολος χώρος που είχε παρτέρια με λουλούδια, από τα ζώα που περνούσαν. Οι ξύλινες πόρτες που υπήρχαν παλιά, δεν κλείδωναν, γιατί από εκεί περνούσε ο κόσμος που ερχόταν από τα χωριά, για να μπει στην πόλη της Κυπαρισσίας. Δεν ζήτησα από κανέναν άδεια, για να βάλω τις σιδερένιες πόρτες...". Ακόμη αναφέρθηκε στις πράξεις εκ μέρους του που αφορούν στην συντήρηση και επίβλεψη του ναού και του προαυλίου του, καταθέτοντας ότι "...Δεν θυμάμαι η οικογένεια Σ. να έχει κάνει κάποια λειτουργία προσωπική, στις λειτουργίες συμμετείχαν και αυτοί, όπως και ο άλλος κόσμος. Το 1967 που επισκεύασα τον μεγάλο ναό, για έξι μήνες λειτουργούσα στον μικρό ναό του Σωτήρος και εκεί γίνονταν και όλα τα μυστήρια. Προ οχταετίας μετά το σεισμό που έγιναν πάλι έργα στην μεγάλη εκκλησία, λειτουργούσα πάλι στο μικρό εκκλησάκι χωρίς καμία αντίρρηση από κανέναν... Το 1975 με 1980 έκανα αντικατάσταση στέγης στον μικρό ναό, βαψίματα και σοβάδες και δεν μας είπε κανένας τίποτε...Ο προαύλιος χώρος του Ναού ήταν χωμάτινος, το 1965 με 1967 εγώ με έξοδα του ναού έριξα τσιμέντο, έκανα παρτέρια για λουλούδια, έφτιαξα πεζούλια, για να κάθεται ο κόσμος, αμυγδαλιές, σιδερένια πέργκολα για σκιά...Ρεύμα παίρνει από την ......", παρ’ όλο που οι πράξεις νομής που επικαλούνται οι διάδικες πλευρές είναι άνευ εννόμου επιρροής λόγω της ιδιότητας του επίδικου ναού ως πράγματος εκτός συναλλαγής. Πέραν τούτου και η μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ότι "...Μέχρι το 67-68 η οικογένεια Σ. έμενε εκεί (βλ. και προτάσεις των εναγομένων, στις οποίες αναφέρεται ότι η Α. συζ. Δ. Σ. θυγ. Γ. και Μ. Ι. μετά την κατεδάφιση της οικίας λόγω των σεισμών που έπληξαν την περιοχή, μετοίκησε στα τέλη της δεκαετίας του ‘ 60). Στο καλντερίμι υπήρχαν δύο πόρτες ξύλινες, υπήρχε το καλντερίμι και περνούσαν από κει οι άνθρωποι την ημέρα μόνο με την ανοχή της οικογένειας. Το βράδυ ρωτούσε η μία οικογένεια την άλλη, αν είναι όλοι μέσα στο σπίτι και κλείδωναν τις πόρτες... Από το 1969-1970 σταμάτησαν να κλειδώνουν οι πόρτες...". Άλλωστε, ο επίδικος περιβάλλον χώρος είναι τόσο μικρός, ώστε μόνον σκοπούς που έχουν σχέση με τις λειτουργικές ανάγκες του επίδικου ναού μπορεί να εξυπηρετήσει, και χρησιμοποιείται σαν προαύλιο αυτού, στο οποίο συγκεντρώνεται το εκκλησίασμα, διότι ο επίδικος ναός είναι μικρός, και είναι μαζί με τον ναό πράγμα εκτός συναλλαγής, αφού σύμφωνα και με τις σκέψεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός αυτού από το οικοδόμημα. Επομένως, εφ’ όσον ο επίδικος ναός μετά του επιδίκου προαυλίου του δεν μεταβιβάσθηκε στον δεύτερο και τέταρτη των εναγομένων με καθολική ή ειδική διαδοχή, δεν κατέστησαν οι τελευταίοι συγκύριοι αυτών με παράγωγο τρόπο. Ούτε όμως και με έκτακτη χρησικτησία έγιναν συγκύριοι, αφού ο επίδικος ναός μετά του προαυλίου του ήταν και είναι πράγμα εκτός συναλλαγής και κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν χρησιδεσπόζεται. Παρ’ όλα αυτά το Μάιο του έτους 2007 ο δεύτερος και τρίτη των εναγομένων τοποθέτησαν επί των δύο σιδερένιων θυρών που βρίσκονται ανατολικά και δυτικά του επίδικου ναού, τις οποίες τοποθέτησε ο δεύτερος των εναγομένων σε αντικατάσταση των ήδη υπαρχουσών, πινακίδα που έγραφε "απαγορεύεται η είσοδος, ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Σ.", τον Μάρτιο του έτους 2008 ο δεύτερος και τρίτη των εναγομένων αντικατέστησαν την παλαιά σιδερένια θύρα του επίδικου ναού με νέα ξύλινη αλλάζοντας έτσι και την κλειδαριά χωρίς στη συνέχεια να παραδώσουν τα κλειδιά της στον ιερέα της Αγίας Τριάδος, τα οποία μέχρι σήμερα αρνούνται να παραδώσουν, και στις 11.3.2010 ο δεύτερος των εναγομένων κλείδωσε τις σιδερένιες θύρες που βρίσκονται ανατολικά και δυτικά του παρεκκλησίου, στις οποίες πλέον υπάρχουν δύο πινακίδες, από τις οποίες η μία γράφει "απαγορεύεται η είσοδος, ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Σ." και η δεύτερη γράφει "Ιερός ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ιστορικό διατηρητέο μνημείο με ζώνη προστασίας 10 μέτρων γύρω του (ΦΕΚ 700/19.8.1997)". Επομένως, επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 παρ. 4 του 8/1979 (ΦΕΚ Α’ 1/1980) Κανονισμός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 590/1977 "Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", τα παρεκκλήσια και εξωκλήσια, που τελούσαν μέχρι την έκδοση του Κανονισμού αυτού υπό τη διοίκηση και διαχείριση του ΤΑΚΕ, παρέμειναν σ’ αυτό, ενώ όλα τα υπόλοιπα, που είτε υπήρχαν είτε ιδρύθηκαν έκτοτε ή πρόκειται να ιδρυθούν, υπάγονται ως προς τη διοίκηση και διαχείριση και ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθάριστων εσόδων τους στον ενοριακό ναό, στα όρια του οποίου βρίσκονται (ΑΠ 1331/2010), ο ενάγων Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος νομιμοποιείται να ζητήσει την αναγνώριση ως πράγμα εκτός συναλλαγής του επίδικου Ιερού Ναού που είναι παρεκκλήσιό του, και συνακόλουθα προς την ίδια κατεύθυνση νομιμοποιείται να ζητάει και την αναγνώριση της ακυρότητας της υπ’ αριθμ. ...2006 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Ε. Σ. κατά το μέρος που αφορά στη διάθεση (μεταβίβαση) κατά κυριότητα του επίδικου Ιερού Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μετά του επίδικου προαυλίου του. Το γεγονός ότι πρόκειται για ναό, ο οποίος ήδη πριν από το 1689 είχε εγκαινιασθεί, είχε τεθεί στην κοινή λατρεία και καθιερωθεί στη θεία λατρεία, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και είχε καταστεί πράγμα εκτός συναλλαγής, προκύπτει και από την καταγγελία στην οποία προέβησαν οι κάτοικοι της ..., οι οποίοι θεωρούν τον ναό του Σωτήρος Χριστού, ως παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος και ζήτησαν από το Δήμο Κυπαρισσίας να επέμβει ώστε να αποδοθεί στους κατοίκους της Κυπαρισσίας τόσο το προαύλιο, όσο και ο ίδιος ο ναός, πράγμα που σημαίνει ότι στην κοινή συνείδηση των κάτοικων της περιοχής ο ναός θεωρείται ότι αποτελεί παρεκκλήσιο του κεντρικού ναού της Αγίας Τριάδος και ως εκ τούτου αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής, στο οποίο δεν μπορούν ποτέ να αποκτηθούν δικαιώματα από κανέναν. Οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν τόσο πρωτοδίκως, όσο και με την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, ότι ο ναός αυτός είναι δικός τους ιδιόκτητος. Αλλά σύμφωνα με τα όσα ελέχθησαν αναλυτικά στην αρχή της παρούσας ο ιδιόκτητος ναός εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο της ανάγκες εκείνου που τον έχει κατασκευάσει και των μελών της οικογενείας του και όχι των κατοίκων της περιοχής, σε σημείο μάλιστα να έχει γίνει κοινή συνείδηση και βίωμα ότι ο ναός ανήκει σε όλους. Από δε τα βιβλία της εκκλησίας, που προσκομίστηκαν, προκύπτει σωρεία εκκλησιαστικών πράξεων, γάμων και βαπτίσεων. Η Εκκλησία, εξάλλου, θέλοντας να δείξει την ευγνωμοσύνη της στους πιστούς που οικοδομούσαν ναούς, απένειμε ορισμένα προνόμια ηθικής αποκλειστικώς φύσης σ’ αυτούς και στους νόμιμους διαδόχους τους αναφορικά με την διαχείριση της περιουσίας του ναού και το διορισμό ιερέων σ’ αυτόν, θέτοντας αυτούς παράλληλα υπό την ανώτατη εποπτεία του επιχώριου επισκόπου. Τα προνόμια αυτά ρυθμίστηκαν από την εκκλησιαστικοπολιτική νομοθεσία επί του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (νεαρά ΡΚΡ κεφ. Ιη’ έτους 546) και απετέλεσαν το θεσμό του κτητορικού δικαιώματος. Εάν λοιπόν ήταν πράγματι ιδιόκτητος ο ναός, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων-εναγομένων θα είχαν οπωσδήποτε λάβει τη συναίνεση του μητροπολίτη, ο οποίος θα τους είχε ευλογήσει και θα είχε απονείμει σε αυτούς τα λεγόμενα κτητορικά δικαιώματα.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε κατ’ αυτό τον τρόπο και θεώρησε τον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, τον ευρισκόμενο στη θέση της "Αγίας Τριάδας", στην Άνω Πόλη της Κυπαρισσίας, ως πράγμα εκτός συναλλαγής και κατ’ επέκταση την υπ’ αριθμ. .../2006 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Ε. Σ. ως άκυρη, καθό μέρος αφορά την μεταβίβαση του Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μετά του προαυλίου χώρου, άκυρη, ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους έφεσης και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, οι οποίοι θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση και τους πρόσθετους επ’ αυτής λόγους των τελευταίων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο επίδικος ναός κτίσθηκε από άγνωστα πρόσωπα, όχι πάντως από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγομένων, προ του έτους 1689 και ήδη από τότε είχε καθιερωθεί κατά το Τυπικό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με την προβλεπόμενη ειδική καθαγιαστική τελετή και επιπλέον είχε τεθεί στη δημόσια λατρεία, πράξεις τις οποίες επαρκώς περιγράφει, ότι δεν κτίσθηκε σε ακίνητο των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγομένων, ούτε έγινε με δαπάνες τους αλλά με δαπάνες τρίτων, αφιερώθηκε δε από την ίδρυσή του στη δημόσια λατρεία και όχι στην εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών των οικογενειών των ιδρυτών του και ως εκ τούτου ο επίδικος ναός και ο προαύλιος χώρος του είναι πράγμα εκτός συναλλαγής, ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων και στους ίδιους ως ιδιωτικός ναός και, επομένως, ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ιδιότητα την οποία διατήρησε έκτοτε και μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής.
Συνεπώς, το Εφετείο, παρά τη μη ρητή αναφορά των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, πράγματι ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις ως άνω διατάξεις, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε περιλαμβανόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, εφόσον η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, η παντελής δηλαδή παράλειψη παράθεσης των νομικών διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή για ένα από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, που θεσπίζονται περιοριστικά στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 80/2015), αλλά αρκεί να υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Επίσης, το Εφετείο με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και μάλιστα εκείνες των άρθρων 966, 1054 και 174 Α.Κ., που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα του επίδικου ναού ως μη ιδιωτικού αλλά αφιερωμένου στη δημόσια λατρεία και ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ήταν κύριος του επίδικου ναού, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο επίδικος ναός δεν είναι ιδιωτικός, θεωρείται ότι αποτελεί παρεκκλήσιο του κεντρικού ναού της Αγίας Τριάδος και ως εκ τούτου αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής, στο οποίο δεν μπορούν να αποκτηθούν δικαιώματα από τρίτον. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και των ειδικών νόμων, που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ’ αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι, δεύτερος, τρίτος και έβδομος, λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος , η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις , ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επίδικου ναού με τον προαναφερόμενο τρόπο, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (Α.Π. 1443/2015, Α.Π. 371/2015). Κατ’ ακολουθίαν, ο έκτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ως αληθινούς τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς α) ότι ο επίδικος ναός είχε εγκαινιασθεί και αφιερωθεί στη θεία λατρεία πριν από το έτος 1686, με αποτέλεσμα να καταστεί έκτοτε πράγμα εκτός συναλλαγής και β) ότι ο επίδικος περιβάλλων χώρος αυτού (ναού) χρησιμοποιείται σαν προαύλιο αυτού και είναι μαζί με το ναό πράγμα εκτός συναλλαγής, αφού δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός αυτού από το οικοδόμημα, όχι μόνο χωρίς απόδειξη, αφού δεν αναφέρει ότι την κρίση του αυτή τη μόρφωσε από κάποιο αποδεικτικό μέσο από αυτά που επιτρέπει ο νόμος, ούτε υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, που τέθηκε υπόψη του, τέτοιο αποδεικτικό μέσο, αλλά και, επικουρικά, χωρίς αναφορά σε αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή των εν λόγω ισχυρισμών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, της ένορκης καταθέσεως του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρα ανταποδείξεως, της χωρίς όρκο εξέτασης του Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ενάγοντος στο ακροατήριο του ίδιου, ως άνω, Δικαστηρίου, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και των ένορκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, που μνημονεύονται σ’ αυτήν (απόφαση) και το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, και δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη. Με τον ίδιο δε, έκτο, λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 της ίδιας διάταξης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, για έλλειψη οιασδήποτε αιτιολογίας, διότι η αιτιολογία που αναφέρεται ως προς τη δεύτερη των πιο πάνω παραδοχών, ότι "ο επίδικος περιβάλλων χώρος είναι τόσο μικρός, ώστε μόνο σκοπούς που έχουν σχέση με τις λειτουργικές ανάγκες του επίδικου ναού μπορεί να εξυπηρετήσει, και χρησιμοποιείται σαν προαύλιο αυτού στο οποίο συγκεντρώνεται το εκκλησίασμα, διότι ο επίδικος ναός είναι μικρός", δεν αποτελεί κρίση για αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, αλλά επιχείρημα για ανύπαρκτο πραγματικό περιστατικό, που δέχθηκε ως αληθινό. Όμως, η μομφή αυτή, υπό το πρόσχημα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), γι’ αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.- Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. α’ και β’ ΚΠολΔ., στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ., δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ. β’ του αμέσως πιο πάνω άρθρου - 270. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. γ’ Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 ΚΠολΔ) και να είναι γνήσιο. Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 ΚΠολΔ., πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 ΚΠολΔ). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο που απλώς περιέχει κάποιες "ιδιόγραφες σημειώσεις" χωρίς καμιά υπογραφή δεν έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 ΚΠολΔ. Δεν παύει, όμως, να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ και λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία. Τα ιδιωτικά, επίσης, έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημόσιου εγγράφου (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, εμπεριέχει, έτσι, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος της απόδειξης αυτής, εάν αμφισβητηθεί (Α.Π.2034/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, επικουρικά, μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή έλαβε υπόψη του ως αποδείξεις τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα, ήτοι : α) το με αριθμό πρωτοκόλλου ...7-1965 πρωτόκολλο παραλαβής - παραδόσεως του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος, β) το απόσπασμα του βιβλίου του Κ. Ν. σελ. 142-147 και το από 28-3-2000 έγγραφο που συνέταξε ο επί πεντηκονταετία περίπου εφημέριος του επίδικου Ναού Π. Σ. και γ) τη με ΑΠ .../14-5-2007 έγγραφη καταγγελία κατοίκων της ..., που δεν επιτρέπει ο νόμος γιατί δεν φέρει τις την υπογραφή των προσώπων που αναφέρονται στο τέλος του κειμένου του, και συνακόλουθα δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, είναι υποστατά ως τέτοιο έγγραφο και ως αποδεικτικό μέσο που πληροί οπωσδήποτε τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ.2 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., νόμιμα, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και εκτιμήθηκαν ελεύθερα απ’ αυτό.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. Α.Π. 2/2008, 42/2002). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους ένατο και δέκατο λόγους του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, για την ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο επίδικος ναός είχε καταστεί πράγμα εκτός συναλλαγής και ότι δεν ανήκει στον αναιρεσίβλητο και για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους ότι ο ναός αυτός μετά του προαυλίου του ανήκε στην κυριότητά τους, τα ακόλουθα, νομίμως προσκομισθέντα απ’ αυτούς μετ’ επικλήσεως στον πρώτο βαθμό και επαναφερθέντα νόμιμα, κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο δεύτερο βαθμό, έγγραφα, ήτοι: 1) το βιβλίο Ι. Μ.: Άσματα εις τον Άγιον Α. Επίσκοπον ..., έκδοση 1886, 2) το .../206- 2008 έγγραφο της 26ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, 3) τον από Φεβρουαρίου 1830 "Κατάλογο των Κτημάτων των εν τη Επαρχία ... Ιερών Μοναστηρίων" του Πρωτοσύγκελου Α. Φ., Εκκησιαστικού Τοποτηρητή ..., 4) τον από 12 Νοεμβρίου 1829 "Κατάλογο των Εκκλησιών, των Μοναστηρίων και Ιερών της Επαρχίας ..." του ίδιου Πρωτοσύγκελου Α. Φ. και το με ημερομηνία 12-2-1830 έγγραφο του τελευταίου, 5) το με ...12-9-1842 έγγραφο του Διοικητή Τριφυλίας προς τη Β. Γ. επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, την επί του ιδίου εγγράφου καταχωρισθείσα απάντηση του Γραμματέα Εκκλησιαστικών και την επ’ αυτής απάντηση του Διοικητή Τριφυλίας Κ.Π., 6) το υπ’ αριθ. .../1886 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Σ. Κ., τα υπ’ αριθ..../1910, ... συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Λ. Ρ., το υπ’ αριθ. ...1948 συμβόλαιο διανομής του Συμβολαιογράφου Πειραιά Φ. Μ., το υπ’ αριθ. ...2005 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθήνας Α. Π., με τα οικεία πιστοποιητικά μεταγραφής τους, 7) δήλωση Ε-9 αναιρεσίβλητου στην Εφορία και 8) το με .../23-7-2007 έγγραφο της Ιεράς Μητρόπολης Τριφυλίας και Ολυμπίας (αναφερόμενα αντιστοίχως ως σχετικά 11.1, 7.4, 11.2, 11.3, 11.4, 11.5, 11.6, 4.1, 4.2, 3.1, 3.4, 3.5, 5,1, 2.3, 6.1, 6.2, 8.12 και 8.11 στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου), από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα των συναφών λόγων της εφέσεως των αναιρεσειόντων. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (18η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι ", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα αυτά, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη των περιεχομένων στον επικαλούμενο λόγο εφέσεως ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου. Η άποψη των τελευταίων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013). Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τον αρ. 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί της μη αποδείξεως του επικαλούμενου από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμού τους περί ιδίας κυριότητάς τους στον επίδικο ναό, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτούς και επιπλέον αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και σε ανάπτυξη απόψεών τους, που κατατείνουν στην ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, δηλαδή ότι ο επίδικος ναός δεν είχε καταστεί πράγμα εκτός συναλλαγής και ότι δεν ανήκε στον αναιρεσίβλητο και στην ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους - Το άρθρο 368 ΚΠολΔ ορίζει: "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (παρ. 1). Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις, όπως αναφέρεται στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 3, εδάφιο τελευταίο, του ν. 1406/1983, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος δε δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (Α.Π. 1025/2014). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε μόνο σε δικονομικές πλημμέλειες, όπως είναι και η απαράδεκτη υποβολή νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (Ολ. Α.Π. 2/2005). Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης θα πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ. Α.Π. 43/1990). Ο κανόνας αυτός ισχύει για όλους τους λόγους αναίρεσης. Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει (Α.Π.898/2015). Επομένως, ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, αναιτιολόγητα, το αίτημά τους για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ‘ ‘ ώστε να επιλυθούν τα αδιέξοδα της υπόθεσης για να είναι πρόσφορος και δυνατή η τομή δικαίου με διαφανή δικανική κρίση’ ‘ , που υπέβαλαν με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, αφού οι αναιρεσείοντες δεν υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, αλλ’ ούτε και, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κάτι τέτοιο, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος ή ισχυρισμού δεν ιδρύει κάποιο από τους περιοριστικά αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, ενώ με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν και αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε σιωπηρά ως απαράδεκτο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν προτάθηκε παραδεκτά από τους ηττηθέντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναιρεσείοντες είτε με το κύριο δικόγραφο της έφεσης, είτε με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, αλλά αντίθετα προτάθηκε, όπως οι ίδιοι αναφέρουν στο αναιρετήριο, με τις προτάσεις τους στην κατ’ έφεση δίκη.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων (Ολ. Α.Π. 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέδωσε στα αναφερόμενα στον αναιρετικό αυτόν λόγο έγγραφα , ήτοι στο περιεχόμενο των βιβλίων βαπτίσεων και γάμων και των πιο κάτω ληξιαρχικών πράξεων γεννήσεως του Ληξιάρχου Κυπαρισσίας, στο περιθώριο των οποίων κατά νόμο σημειώνονται οι βαπτίσεις προσώπων, ήτοι της ...1949 ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως θήλεως θυγατέρας Π. Π., της ...1950 ληξιαρχικής πράξης γέννησης του Σ. Λ., της ...1964 ληξιαρχικής πράξης γέννησης του Χ. Κ. και της ...1967 ληξιαρχικής πράξης γέννησης του Ν. Β., περιεχόμενα διαφορετικά από αυτό που προκύπτουν, δεχόμενο ότι έγιναν στον επίδικο ιερό ναό σωρεία εκκλησιαστικών πράξεων, γάμων και βαπτίσεων, ενώ αυτό δεν προκύπτει από το περιεχόμενό τους. Από το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων προκύπτει ότι πράγματι έγιναν στον επίδικο ιερό ναό βαπτίσεις και γάμοι.
Συνεπώς, η επικαλούμενη πλημμέλεια δε στηρίζεται σε κατά λάθος ανάγνωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, αλλά σε εκτίμηση αυτών και συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, και με την έννοια αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Παρεκτός του ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα όχι αποκλειστικά από τα ως άνω έγγραφα, τα οποία έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει αυτά, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε. Ο ίδιος λόγος, ως προς την επικουρική του αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ., διότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του τις προαναφερόμενες ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως, από τις οποίες προκύπτει ότι οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα βαπτίσεις δεν τελέσθηκαν στον επίδικο ιερό ναό και ως εκ τούτου αυτός δεν είναι πράγμα εκτός συναλλαγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο, αφού τις έλαβε υπόψη, τις συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα απ’ αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2015 αίτηση του Δ. Σ. του Δ. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ.52/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|